Υγεία

Μπορεί τελικά η τηλεκπαίδευση να αντικαταστήσει την δια ζώσης;*

Γράφει ο Γεώργιος Χ. Κοκκινόπουλος – Λαλές, Ειδικός Παιδαγωγός

Έχοντας συμπληρώσει περίπου δύο εβδομάδες από την επαναλειτουργία των σχολείων τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Αρχικά με την απόφαση επαναλειτουργίας από την υπουργό Παιδείας Ν. Κεραμέως οι μαθητές επιστρέφουν ξανά σε μια κανονικότητα και πιο ορθά σε μια «ρουτίνα» την οποία ακολουθούσαν πιστά εδώ και χρόνια οι μεγαλύτεροι, την οποία καλούνταν να ακολουθήσουν και να ασπαστούν οι μικρότεροι.

Οι γονείς με όλες τις ανησυχίες τους για τα τεκταινόμενα της εποχής και με σύμμαχό τους τα selftest που χορηγούνται από το κράτος, νιώθουν σταδιακά μια ανακούφιση που τα παιδιά τους θα επιστρέφουν ξανά στον φυσικό τους χώρο, το σχολείο. Το σχολείο, το οποίο αποτελεί θεμελιώδη λίθο για την εξέλιξη του κάθε ανθρώπου, αποτελώντας καθοριστικό παράγοντα στην διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών, διότι εκεί περνούν τις περισσότερες ώρες της ημέρας και αρκετά χρόνια της ζωής τους. Είναι γεγονός ότι, αυτό που γίνεται αντιληπτό σε όλους όσους εργάζονται με τα παιδιά, ο κυριότερος λόγος που τα παιδιά αγαπούν το σχολείο είναι οι σχέσεις και οι φιλίες που αναπτύσσουν με τους συμμαθητές τους καθώς και οι πολύτιμες εμπειρίες που αποκομίζουν από την καθημερινή συναναστροφή μαζί τους.  Έτσι, δημιουργούν έναν κύκλο ατόμων που εμπιστεύονται και νιώθουν ότι ανήκουν κάπου.

Πέρα από τη γνώση και τη μόρφωση το σχολείο αποτελεί βασικότατο φορέα κοινωνικοποίησης των παιδιών καθώς όπως είναι γνωστό το σχολείο αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας. Ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες, αν όχι ο μεγαλύτερος, που έχει επηρεάσει ο κορωνοϊός είναι η κοινωνικοποίηση των μαθητών. Ένας ιός που εκτός από το αναπνευστικό σύστημα «προσβάλλει» και την ανθρώπινη επικοινωνία και την ανάγκη του ατόμου για κοινωνικές συναναστροφές καθιστώντας το «διασωληνωμένο» στον υπολογιστή και τη εξ αποστάσεως επικοινωνία και εκπαίδευση. Πώς υπό αυτές τις συνθήκες οι μαθητές να καταφέρουν όχι μόνο να μορφωθούν αλλά και να κοινωνικοποιηθούν όταν το μόνο που βλέπουν είναι τους καθηγητές και τους συμμαθητές τους σε μια οθόνη; Και πολλές φορές δεν συμβαίνει ούτε αυτό καθώς πολλοί επιλέγουν να διατηρήσουν τις κάμερες και τα μικρόφωνά τους κλειστά επικρατώντας στη μαθητική τάξη σιγή ιχθύος.

Το συγκεκριμένο πρόβλημα της επικοινωνίας εμφανίζεται κυρίως στην πρώτη τάξη του δημοτικού και στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου. Αρχής γενομένης από το δημοτικό τόσο οι μαθητές όσο και οι γονείς διακατέχονται από πολύ άγχος καθώς το δημοτικό σχολείο αποτελεί μια νέα πρόκληση για του ίδιους και τα παιδιά τους. Στο δημοτικό σχολείο τα «πρωτάκια» καλούνταν να μάθουν αριθμητική, γραφή και ανάγνωση αλλά και να αποκτήσουν φίλους που μπορεί να τους συνοδεύουν για όλη τη ζωή τους. Επιπλέον, το ίδιο ισχύει και για τους πρωτοετείς φοιτητές οι οποίοι ετοιμάζονται για την είσοδό τους  στον επαγγελματικό  στίβο με συμπαραστάτες τους γονείς και τους καθηγητές τους αλλά χωρίς να έχουν την δυνατότητα να αναπτύξουν ένα ενήλικο πλέον κοινωνικό προφίλ, αδυνατώντας να αποκτήσουν ή να εξασκήσουν τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές και επικοινωνιακές τους δεξιότητες.

Σχολιάζοντας εξ αρχής το άνοιγμα των σχολείων και θίγοντας το θέμα της τηλεκπαίδευσης θα ήταν άδικο να μην αναφερθούμε στην ανάγκη για δια ζώσης εκπαίδευση των μαθητών που φοιτούν στα ειδικά σχολεία. Οι μαθητές που παρουσιάζουν δυσκολίες στη μάθηση όπως και οι μαθητές με ειδικές μαθησιακές δεξιότητες αποτελούν τα κυριότερα «θύματα» του φαινομένου της τηλεκπαίδευσης. Είναι γεγονός ότι, πολλές φορές μαθητές με ειδικές μαθησιακές δεξιότητες παρουσιάζουν ιδιαίτερη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες και ίσως και μια κλίση προς αυτές. Όμως η πλειοψηφία των μαθητών με ειδικές μαθησιακές δεξιότητες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην δια ζώσης εκπαίδευση με τον ειδικό παιδαγωγό δίπλα τους, πόσο μάλλον όταν οι μαθητές αυτοί βρίσκονται από το σπίτι τους μπροστά σε μια οθόνη και καλούνται να παρακολουθήσουν και να εφαρμόσουν τις αντίστοιχες δραστηριότητες.

Η συγκεκριμένη κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους γονείς καθώς καλούνται να βοηθήσουν το παιδί χωρίς να έχουν στην πραγματικότητα τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για το συγκεκριμένο έργο λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί δουλειά του ειδικού παιδαγωγού. Αποτέλεσμα είναι τα παιδιά να εμφανίζουν επιβράδυνση στην πρόοδό τους και οι γονείς να στρεσάρονται ιδιαίτερα νιώθοντας μαζί με τους εκπαιδευτικούς υπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση. Παραπλήσια φαντάζει και η κατάσταση της τηλεκπαίδευσης στα επαγγελματικά λύκεια (ΕΠΑΛ) και τα Ι.Ε.Κ. ιδιαίτερα για τις ειδικότητες που απαιτούν πρακτική άσκηση εκτός Η/Υ.

Τα άτομα που επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν σε τεχνικά επαγγέλματα φαντάζουν με την τηλεκπαίδευση ως «ψάρια έξω από το νερό» καλούμενοι ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους να μην είναι πρακτικοί αλλά θεωρητικοί. Όπως είχε διατυπώσει και ο Αρχύτας ο Ταραντίνος  «Αν μη πηλόν τύψης, κέραμος ου γίνεται» (αν δεν χτυπήσεις τον πηλό, δεν γίνεται κεραμίδι) έτσι και οι μαθητές των τεχνικών σχολών αν δεν δράσουν πρακτικά «κέραμος» δεν γίνεται.

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, τα οφέλη μιας εκπαίδευσης από τον υπολογιστή ακολουθώντας σαφώς τις επιταγές της εποχής φαντάζει ιδανική ελλοχεύοντας παράλληλα και κινδύνους. Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες που έρχονται στο προσκήνιο έχουν ως στόχο να μας βοηθήσουν να εξελιχθούμε μη ξεχνώντας όμως όλα τα εφόδια που μας έφτασαν ως εδώ κάνοντάς μας ικανούς να αναγνωρίσουμε τους κινδύνους που παραμονεύουν.

Πηγή Άρθρου

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *